σίσων

και σίνων, -ωνος, ὁ, Α
ονομασία φυτού με άνθη αρωματικά και φαρμακευτικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ.].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σίσων — σίζω hiss fut part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίνων — ωνος, ὁ, Α βλ. σίσων …   Dictionary of Greek

  • Γεροποτάμου, δήμος — Νέος δήμος (8.323 κάτ.) του νομού Ρεθύμνης, που συστάθηκε με το σχέδιο Καποδίστριας και αποτελείται από τις πρώην κοινότητες Αγγελιανών, Αγίου Μάμαντος, Αλφάς, Αχλαδέ, Καλανδαρές, Μαργαρίτων, Μελιδονίου, Μελισσουργακίου, Ορθέ, Πανόρμου, Πασαλιτών …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.